«Στόχοι μας αποτελούν η διάδοση της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής σε ολόκληρο τον κόσμο και η κατάδειξη των ιδιαίτερων στοιχείων που συνιστούν τη φυσιογνωμία της. Παρατηρείται ότι μέσα από αυτές τις συνθέσεις αναφαίνεται το ξεχωριστό ύφος, οι εκφραστικές δυνατότητες, αλλά και σημεία που προωθούν την έννοια της ελληνικότητας».(ΕΕΛΣΠΗ)
Γεννήθηκα στον Μεγαπλάτανο Αταλάντης, στην Φθιώτιδα, σε ένα χωριό γεμάτο φως και χρώματα.

Τα ξωκλήσια του, σταθμός στην παιδική ψυχή μου. Όλοι περιμέναμε πότε θα έρθει η μέρα που γιόρταζαν, για να βρεθούμε συγκεντρωμένοι σ’ αυτόν τον ιερό χώρο...
Εκεί οι συναντήσεις είχαν μια γλυκιά μυρωδιά από φλερτ και εικόνες, που νοστίμιζαν τη σκέψη, ακολουθώντας τους χτύπους της καρδιάς. Παιδιά... και μεγάλοι. Σ’ αυτό το χωριό, έζησα και μεγάλωσα ως τα δεκαοχτώ μου χρόνια...Χρόνια όμορφα, γεμάτα με τη γλύκα της παιδικής αγνότητας.
Με τις φίλες και τους φίλους, που ζέσταιναν την ματιά μου καθώς τους άγγιζε. Ήταν υπέροχα αυτά τα χρόνια..! Έκτοτε, αφού υπηρέτησα την πατρίδα, ξενιτεύτηκα για ένα χρόνο και γυρίζοντας κατατάχθηκα στο Λιμενικό Σώμα. Αυτό στάθηκε αφορμή να χαθώ μέσα στο χρόνο, καθώς ήμουν πότε εδώ, πότε εκεί και να βρίσκομαι συνεχώς μακριά από ό, τι αγάπησα, τον τόπο μου!
Από μικρό, σχεδόν δεκαπεντάχρονο παιδάκι, στα χωράφια, με το μυαλό μου ανήσυχο, έψαχνα να βρω διεξόδους από τα καθημερινά... διεξόδους, που να έχουν και να μην έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Έτσι… Κάποιες στιγμές εκεί έξω, άλλοτε στον ανοιχτό κάμπο, και άλλοτε μες στους λόγγους, στην απόλυτη μοναξιά μου, χανόμουν σε ατέλειωτες δαιδαλώδης στράτες, κι έπλαθα διάφορες ιστορίες. Δεν μου έφτανε όμως αυτό, ήθελα οι ιστορίες που γράφω να έχουν νοστιμιά. Τούτο έγινε, καθώς τους έδωσα και ποιητικό λόγο.
Δημήτρης Γ. Ζαχαρόπουλος Πόρος Αττικής (Πούντα) Τ.Κ. 18020. sifounikos2@yahoo.gr
(Θεατρικό απόσπασμα)
Θεατρικό
Της λευτεριάς ο πόθος, σπαθί της δικαιοσύνης.
Η ιστορία, διαδραματίζεται κάπου στον Παρνασσό, μέσα σε μια καταπράσινη λεκάνη, με πανύψηλα έλατα, όπου υπάρχει η στάνη ενός τσέλιγκα.
Στη στάνη, ζουν τέσσερα άτομα. Ο τσέλιγκας, παππούς Κωνσταντής, η γυναίκα του, γιαγιά Τασώ, η Μαρούλα, η εγγονή τους, (ένα μελαχρινό λυγερόκορμο πλάσμα στα δεκαοχτώ) και το μικρό αδερφάκι της, ο Ζήσης. Παιδιά ορφανά…
Αυλαία με ανάλογα σκηνικά
Στην απάνεμη μεριά αυτής της πανέμορφης καταπράσινης λεκάνης, με το πλούσιο χόρτο και το γάργαρο ρυάκι να κυλά σιγομουρμουρίζοντας, βρίσκεται χτισμένη η καλύβα τους, με όλα τους τα υπάρχοντα. Παραδίπλα και κάτω από μια αιωνόβια βελανιδιά, από το κοντινό ρυάκι, που κυλάει σιγομουρμουρίζοντας, ο παππούς έχει φτιάξει μια αυτοσχέδια βρύση, που κάνει πολύ καλά τη δουλειά της.
Η γιαγιά, έξω στην αυλή της καλύβας, έχει ανάψει φωτιά και βράζει σε ένα πήλινο τσουκάλι το μοσχομυριστό ολόφρεσκο γάλα. Όταν δεν ανακατεύει με την ξύλινη κουτάλα το γάλα, παίρνει τη ρόκα και με τ’ αδράχτι στο χέρι, γνέθει το μαλλί των προβάτων, φτιάχνοντάς το κλωστή, κι ύστερα το τυλίγει κάνοντας μια ολοστρόγγυλη μπαλίτσα. Κοντά και γύρω της, παίζει ο μικρός Ζήσης, αφήνοντας σιγανές κραυγές χαράς. Τώρα, παίζει μ’ ένα νεογέννητο αρνάκι και του τραβάει τ’ αυτάκια. Η γιαγιά, τον μαλώνει χαδιάρικα:
-Βρε μικρό ζουζούνι, μην πειράζεις βρε τ’ αρνάκι το καημένο… άμα ανοίξει το στόμα του, θα σε κάνει μια χαψιά! Θα σε φάει, χαζούλη.
Ο Ζήσης απορημένος, σηκώνει τα ολοκάθαρα και άδολα ματάκια του και με αφέλεια αποκρίνεται:
-Μα… μα, τι λες καλέ γιαγιά, τώνε τα ανάκια; Αφού ο παππούς τα φάζει κι εμείς τα τώμε… Να, εγώ τσέλω που τώει κι ο Σοζωλής, (Θοδωρής) όταν έχεται με το μπαμ, εζώ, (και δείχνει τον ώμο του σα να κρέμεται κάποιο όπλο) κυφά απ’ το παππού, και κατάει το χελάκι της αδεφή μου.
Η γιαγιά ξαφνιασμένη τον μαλώνει:
-Α… Μπα σε καλό σου ζουζούνι, που λες και κουβέντες… Κακομοίρη και σ’ ακούσει ο παππούς, να λες για τον Θοδωρή, θα σε κόψει λουρίδες και θα σφάξει κι εμάς… πρώτα, πρώτα, καημένε, θα τις φας εσύ, που κάθεσαι και παίζεις με τις ώρες με κείνο εκεί το όπλο, σαν το αδειάζει ο Θοδωρής.
Ο Ζήσης, κλαίγοντας που τον μάλωσε η γιαγιά, χώνεται στην καλύβα, κι ακούγονται λυγμοί. Η γιαγιά, χαμογελάει και συνεχίζει το γνέσιμο.
Από το μονοπάτι, φάνηκαν να κατεβαίνουν δυο παλικάρια, με περίσσια λεβεντιά, ζωσμένα με σπαθιά και με χαντζάρια και στο χέρι τους, να κρατούν κουμπούρια. Ο καστανόξανθος, τράβηξε για τη βρύση, ενώ ο δεύτερος, με το δασύ μαλλί και με το μαύρο μούσι, ζύγωσε στη γιαγιά…
-Καλό σου γιόμα λεβέντη μου, καλώς το Θοδωρή μας… κάποιο χαμπέρι φέρνεις γιόκα μου, ή…;
-Χμ! Και βέβαια φέρνω χαμπέρι… θα σου πω, μα πρώτα να ρωτήσω για τη Μαρούλα μας γιαγιά… (Σκύβει και της φιλάει το χέρι.) Ξέρεις… να… έχω τρεις μέρες για να δω τα όμορφά της μάτια και δεν περνούν οι ώρες μου ψηλά στα καραούλια. Η Μάρω γιαγιά, ειν’ το γούρι μου, γιαγιά μου ειν’ η ζωή μου! Μονάχος μου ο καψερός σαν είμαι στο γιατάκι, εκείνη έχω στο πλάι μου, εκείνη συλλογάμαι, μ’ αυτήν περνώ την ώρα μου, ξάγρυπνο με κρατάει, μη και μας βρούνε τα σκυλιά, στον ύπνο και μας πιάσουν. Άχου γιαγιά, γιαγιούλα μου, τι έπαθα ο έρμος… καθώς μπροστά μου φάνηκε… έχασα την καρδιά μου! Και τώρα; Αν καμιά φορά αργήσω να κατέβω, μόνο να δω τα μάτια της… τα στήθια μου πονούνε! Μα, ούλα τούτα να χαρώ, χαλάλι της για ’κείνη! Την αγαπώ, γιαγιάκα μου… τόσο πολύ γιαγιά μου! «Της δείχνει με ανοιχτά τα χέρια.»
Κρυφό χαμόγελο η γιαγιά, και γυρίζοντας στον κόσμο της πλατείας, κλείνει πονηρά το μάτι και τους λέει:
-Τούτο το παλικάρι, μ’ αρέσει! Μου Θυμίζει τότες… τον Κωνσταντή, τον άντρα μου! Τότες που κρυφά βλεπόμασταν στου ρυακιού τις φτέρες. Αμ’ τι… εμείς δεν ξέραμ’ απ’ αυτά;
Ωστόσο, λέει του Θοδωρή σοβαρά:
-Για πες μου τώρα Θοδωρή… Γιατί στο χέρι σου κρατείς ετούτη την κουμπούρα; Είναι κάτι κακό που γίνηκε;
-Γιαγιά μου… Φάνηκε ασκέρι τούρκικο, στου Μαγουλά τη στάνη και τα ’καναν επάνω τους, τσέλιγκας, κι όλοι γύρω… Δύο βοσκοί σκοτώθηκαν, τους πήραν το κοπάδι και ροβολάνε κατά δω… φοβάμαι μη σας βρούνε.
-Και τώρα τι θα κάμουμε; Θεέ μου πού θα πάμε;
-Μα πού αλλού γιαγιάκα μου, στην ιερή σπηλιά μας! Δε θα τολμήσουνε να ’ρθουν, ξέρουν πως την φιλάμε, γιατί ’ναι ο τόπος που έχουμε, ούλες μας τις εικόνες! Γιατί είναι τόπος ιερός, τόπος που τον κρατάμε, με νύχια και με δόντια!
-Κι ο καπετάνιος, Θοδωρή, ξέρει για ούλα τούτα;
-Ο καπετάν ο Δημητρός, μας σύναξε και είπε, πως θα τους βγούμε αύριο, μπροστά στην πέρα λάκα. Πουρνό, πουρνό, να μη θωρούν πόσοι θα τους βαρούνε, για να τους πετσοκόψουμε, τα ζα να έρθουν πίσω.
-Κι εσύ, για πες μου γιόκα μου, που τα ’μαθες ετούτα; Ξέρεις, σε τούτα τα βουνά, τούρκος δεν μάτα ήρθε, είναι ζαβά και δύσβατα, κρυφά τα μονοπάτια… Να τα διαβείς, θέλεις Ρωμιό μπροστά σου να τον έχεις… Ρωμιό, που να ’ναι κάπου από δω, απ’ τούτα δω τα μέρη.
-Τι να σου πω γιαγιάκα μου… να, ξέρεις, μου τόπε ο Ξάνθος, το παλικάρι εκείνο δα, ’κει δα, πέρα στη βρύση. Εκείνος τόπε του αρχηγού, κι ο αρχηγός σε μένα… μας έστειλ’ όμως και τους δυο, να φέρουμ’ το μαντάτο σ’ ούλες τις στάνες.
-Κι εκείνος, που το έμαθε; Το είδε μοναχός του;
-Ναι ο δόλιος… τους είδε μόνος ο καψερός, κι έσουρε φοβισμένος. Στον καπετάνιο τράβηξε κι ευθύς τα είπε ούλα.
-Κι εκείνος δα, τι έκαμε; Στα σοβαρά τον πήρε;
-Ναι! Και θα σου πω, πως έστησε ολούθε καραούλια και τώρα τους έχει από κοντά, ραχούλα τη ραχούλα… μέχρι να έρθει το σούρουπο, η μαύρη νύχτα να ’ρθει. Κι εκεί… πουρνό, πουρνό, πάνω στον ύπνο τους, ποτέ δε θα ξυπνήσουν. Θα πέσουμε απάνω τους και τα σκυλιά θα πάψουν! Ναι! Θα χαλαστούνε ούλοι τους!
- Καλά… και πόσοι είν’ εκείνοι δα; Ολάκερο ασκέρι; Θα’ χουν σκοπιές… ε;
-Θα ’ναι καμιά σαρανταριά… και βάλε μπορεί να ’ναι. Έχουν μουλάρια με τρόφιμα, γεννήματα που πήραν απ’ άλλους που χτυπήσανε, πιο κάτω στα ισάδια. Μα οι σκοπιές γιαγιά, για μας θα είναι παιχνίδι!
-Καλά… μου τάπες τώρα… κι αν είναι έτσι, τότενες, ροβόλα τη ραχούλα, ξέρεις εσύ… κι από την άλλη, φώναξε να μαζωχτεί η Μαρούλα. Πες της να κάνει γλήγορα να κρίν’ και του παππού της, που είν’ εκεί στη θημωνιά, στο γέρικο το δέντρο.
-Τρέχω γιαγιά και σαν την δω, θα σου την φέρω μόνος και του παππού θα πω ευθύς, να πάρει το κοπάδι κι απ’ τη ρηχή τη ρεματιά, να φτάσει στα πλατάνια, όπου στα γύρω θα έχουμε στημένα καραούλια.
-Έτσι να κάνεις λεβέντη μου, έτσι να πράξεις γιε μου!
-Θα σου την φέρω εγώ γιαγιά, την όμορφη εγγονή σου, μα συ, να μην αλησμονάς, το Ζήση μας να πάρεις, κι ό, τι κρατούν τα χέρια σου… Ο Ξάνθος, θα κάμει ό, τι μπορεί για να σε βοηθήσει, σ’ ό, τι του πεις.
Αυλαία
Ο Θοδωρής δεν έχασε καιρό, ροβόλησε τη ραχούλα και από την άλλη, αντάμωσε σ’ ένα προσηλιακό λιβάδι, την πεντάμορφη Μαρούλα, τη βοσκοπούλα που φλόγισε τη δόλια την καρδιά του… Σίμωσε και χαιρέτισε:
-Ώρα καλή Μαρούλα μου, γλυκιά κόρη του δάσους! Νεράιδα! Χάρμα των ματιών η λυγερή κοψιά σου! Ω! Τι τυχερός που ήμουνα, σαν σ’ ηύρα ’μπρος μου τότε…
Η Μαρούλα, ξαφνιασμένη που τον είδε να στέκεται απρόσμενα μπροστά της, ακούγοντας τα λόγια του, κράτησε την καρδιά της… Του απαντά όμως, σεμνά:
- Ώρα καλή σου Θοδωρή, να ’ναι καλή σου η στράτα, κι όπου κι αν βαίνεις, το καλό πίσω σου να το σέρνεις.
Εκείνος την πλησιάζει και παίρνοντας το χέρι της στο δικό του, γονατίζει ιπποτικά και της λέει με αγωνία:
-Μαρούλα μου, στα πόδια σου ρίχνω την καρδιά, κάνε την ό, τι θέλεις, μα άκου, κι ώρα δεν έχουμε. Ήρθα για να σε πάρω, για να σε πάω στη γιαγιά και από κει στη Σάρα. (Τοποθεσία εκεί όπου είναι η σπηλιά, με τις εικόνες!)
-Μα, σήκω απάνω και κρίνε μου… τι είν’ τούτα που μου λέγεις; Με κάνεις ’δω, και σκιάζομαι, με κάνεις και τρομάζω!
-Μπα, όχι! Μα να… τούρκοι πατήσαν χαμηλά, κι έρχονται κατά πάνω. Άκου… Λέω να πάμε στον παππού, πρέπει να του μιλήσω. Τα πρόβατα να πάρουνε, με τους τσοπαναραίους κι απ’ τη ρηχή τη ρεματιά, να σούρουν στα πλατάνια. Γύρω από κει, θα βρίσκονται δικά μας παλικάρια.
Ο Θοδωρής, κρατώντας τη λυγερόκορμη κόρη απ’ τη μέση, ανεβαίνει σε ένα ξέλακο μέρος, κι από κει φωνάζει του παππού, που ξανεμίζει το στάρι μιας θημωνιάς, λίγο πιο πέρα.
-Ε! Παππού Κωνσταντή, έχε γεια… μ’ ακούς από κει πέρα; Σου κρένω εγώ ο Θοδωρής, του καπετάνιου ο ανεψιός, του Γέρακα το εγγόνι.
-Ναι ορέ παλικάρι μου, σ’ ακούω και σε βλέπω. Σε ξέρω δα από μικρό, για λέγε μου, τι τρέχει κι η Μαρούλα μου, βρίσκεται στο πλευρό σου;
-Ξέρεις… να, τούρκοι σιμώνουν κατά δω και λέω να ’χεις το νου σου. Εγώ, πάω τη Μάρω στη γιαγιά, κι αντάμα θα βρεθείτε, πάνω στη μόνη εκκλησιά, στην ιερή σπηλιά μας! Εσείς, σούρετε τα πρόβατα, απ’ τη ρηχή τη ρεματιά… ξέρεις πώς να τα κρύψεις, γιατί αυτοί οι τουρκόσποροι, να σας πατήσουν θέλουν.
-Μα τι είναι τούτα που μου λες; Είναι αλήθεια; Πες μου! Δε μου χωράει το μυαλό!
-Μα ναι σου λέω, τσέλιγκα, τα πράματα μαζέψτε κι άντε να κάνετ’ γλήγορα, έχε μ’ εμπιστοσύνη. Μον’ στείλε κάποιους γύρω από εδώ, στις στάνες να το πούνε, να μαζευτούνε ούλοι τους, κι εκείνοι εκεί πάνω. Πέστε τους, πως ίσως χρειαστεί κι εκείνοι να βοηθήσουν.
-Καλά μωρέ, παλικάρι μου, θα κάμω όσα μου κρένεις, μα πρόσεχε καημένε μου… Την κόρη αυτή που στέκεται, δίπλα σου, στο πλευρό σου, πρόσεχ’ την σαν τα μάτια σου, μη και το μετανιώσεις. Αν είσαι εγγόνι του Γέρακα, Λέοντας είμ’ του δάσους, που κατοικώ με τα στοιχειά, τ’ αγρίμια που με τρέμουν. Κι εσύ παλικαρόπουλο, να με υπολογίζεις!
-Καλά τα λέγεις τσέλιγκα, ούλα σου καθώς πρέπουν. Μην να φοβάσαι και θα δεις… Έχω καρδιά στα στήθια μου, καρδιά που την εβάζω, μπροστά σε χίλιους κίνδυνους και… για την κόρη ετούτη… και τη ζωή μου θα ’δινα!.
…
Ό, τι η μοίρα προστάζει
Μεγάλος ντόρος γίνεται στου Μαγουλά τη στάνη.
Τούρκοι πατήσαν κατά κει, χάλασαν δυο τσοπάνους.
Το Λάμπρο τον σταυρώσανε για να τους μαρτυρήσει,
τα μονοπάτια, τη σπηλιά, που έχουν τις εικόνες…
Μα ο Καπετάν’ ο Δημητρός,
τους έστησε καρτέρι μ’ ούλα τα παλικάρια του,
κι οι τούρκοι, νίλα πάθαν!
Την τελευταία του πνοή, ο Λάμπρος την κρατάει,
κι αρπάζοντας τη λευτεριά, (το κοντάρι της Σημαίας)
σε τούρκου στήθη μπήγει!
Μες σ’ ούλα τούτα που 'γιναν…
δυο νέοι, (ένα ταίρι), δώσανε λόγο, κι όρκο ιερό,
πιάστηκαν χέρι, χέρι, και μέσα στην ιερή σπηλιά,
έγινε αρραβώνας!
Αρματολοί και τσέλιγκες, γιόρτασαν στη χαρά τους.
Ελλάδα! Δελφοί! 2048 Τόπος Ιερός.
Βήματα απαιτητικά να με γνωρίσουν, ακούγονται
στα ηλιόκαυτα μονοπάτια μου, τα μύριο πατημένα.
Εδώ, εδώ κι αιώνες... «ομφαλός της γης»,
στέκομαι ερειπωμένος τόπος!
Εδώ, που μάτια αχόρταγα, βέβηλες σκέψεις
και κάποτε χλέβας, για τα ακαθόριστα,
γερμένα λες σε λήθαργο, απομεινάρια μου,
ΥΠΑΡΧΩ!
Υπάρχω... Μες στην πρωινή δροσάδα, στ’ αγιάζι.
Στην γεύση αυτών που φαίνονται…
Στις μυρουδιές όσοι τις πιάνουν...
Στο θρόισμα τ’ ανέμου, που χαϊδεύει απαλά το
διαβρωμένο μου σκαρί, που οι αθάνατοι σμιλέψαν!
Υπάρχω στις αντιξοότητες, στο πέρασμα του χρόνου,
κι αντέχω σε τούτον τον καιρό.
Κι απ’ το μαντείο μου εδώ, κάπου... που ο «χρόνος
θα έχει εφτά» σ’ εφτά σειρές, γραμμένες
σε πλάκα απ’ άσπρο μάρμαρο...
λύχνος θ’ ανάψει και το αχνό φως,
σ’ αυτόν που το θωρήσει... θα δείξει πύρινη αυλή!
Κει μέσα... Χρησμός αγνοημένος, που ουδέποτε
ερμηνεύθηκε, θα φανεί…
Αν ερμηνεία δοθεί σωστά, πολλά δεινά θα εκλείψουν
κι απ’ το μηδέν θα εμφανισθεί...
Χλωμός ζαρακωμένος, με εντολές.
Μέσα απ’ αυτό το ξάφνιασμα χαράς,
ξεπέταγμα απ’ τη λήθη... Λύτρωση!
Μα, αν πάλι χέρια ακάλεστα, σε άνοους, ασώφρων,
δώσουν λειψή σταλιά απ’ την «στύψη» των νοημάτων…
εφτά ζωές τα πάνδεινα!
Συθέμελα η γης θα τρίξει, κι ο ουρανός,
μπλάβος θα έρθει σιμά, κι έρμαιο άθεων
η ύπαρξή σας... όσων γλιτώσουν απ’ το κακό!
Μιας πετριάς χρόνος, κι όλα θα γίνουν ένα...
Όπου η ματιά θα στρέφεται, ως πέρα όπου φτάνει,
όλα θα είναι ισόπεδα, που νους δε θα σκοντάφτει.
Μα, μ’ αναστολή!
Γιατί η μήτρα δε θα χαθεί! Μέσα απ’ τη πύρινη αυλή,
η φλόγα της πίστης άφθαρτη!
Ε λ λ ά δ α
Σ’ αυτή τη γη, ξαπόστασαν οι αετοί, με φρόνηση!
Γι αυτή τη γη, πολέμησαν και μ’ αίμα, ποτάμια
την πότισαν!
Σ’ αυτή τη γη, άφησαν τη σοφία τους, παντοτινή!
Η Ελλάδα, ο ήλιος, ο λαός, είναι του κόσμου ο ανθός!
Τούτη τη γη, που μύρια πέρασε, μες στο γαλάζιο,
μες στο φως,
Χρυσός και σμύρνα, κι αντοχή,
την έχει διαλέξει ο Θεός!
Πηγή
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου