Ο ε π α ν α π α τ ρ ι ζ ό μ ε ν ο ς
Α φ ι ε ρ ώ ν ε τ α ι στην Ελλάδα, στους νέους μετανάστες που η Χώρα μας δεν θέλει ή δεν μπορεί να τους κρατήσει.
Στα α σ ί γ α σ τ α μέλη της Ε Ε Λ Σ Π Η, δραγάτες και μεταλαμπαδευτές του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής γλώσσας και των αξιών της Ελλάδας.
Στον Παγκόσμιο Έλληνα Πολίτη Λόγιο, Ποιητή και Λογοτέχνη που κράτησε την Ελλάδα στη ζωή. Στο γηγενή Λόγιο, στον άγνωστο, στον περιθωριοποιημένο που αν και αφοπλισμένος από εμπόρους και πραματευτάδες σε σφραγισμένα κάστρα, κρατά στα χέρια του το φως σκορπίζοντας το σαν φάρος στην ομίχλη, και σε κάθε έναν και σε κάθε μια που αγαπά τον Λόγο και μέσα από αυτόν την Ελλάδα.
Φθινόπωρο με τα φύλλα να πέφτουν και στις παρενθέσεις του χρόνου, όπως αυτές ερχόντουσαν η μια μετά την άλλη, συνοδοιπορώντας με τον αφέντη Λόγο, μου άνοιξαν την πρώτη ανεπαίσθητη παρένθεση, όταν λίγες βδομάδες μετά τη γέννησή μου μετανάστευσα από το χωριό που γεννήθηκα στη γειτονική πόλη.
Η δεύτερη παρένθεση ήταν όταν στα 23μου μετανάστευσα στη Γερμανία. Μια άλλη που μετά από 36 συναπτά χρόνια στην ξενιτιά ακολούθησε, ήταν η Ελλάδα. Η πατρίδα μου. Άλλη δεν υπάρχει? δε φτάνει ο χρόνος.
Στις παρενθέσεις του χρόνου συνοδοιπορώντας με τον αφέντη Λόγο, με τα πρώτα βήματά μου έμαθα και πάντα έλεγα, λέω και πάντα θα λέω:
Πιότερο κι απ’ τη μάνα μου αγάπησα εσένα
κι από στοργή η μέρα μου δυνάμων’ ολοένα
και πα στ’ αφράτα στήθια σου, τα μοσχομυρισμένα
αχόρταστα το γάλα σου βύζαξα από σένα…,
όπως και τούτο το φθινοπώρι του 2018 καθώς πέφτουν τα φύλλα και τα κορμιά να γέρνουν απ’ τα χρόνια. . . Εδώ και η νοσταλγία λιποτακτεί μέσα απ’ την αγέραστη και αδιάφθορη ψυχή για να συναντηθεί με εσένα, για να τα πούμε όπως παλιά…
Και λέγαμε και λέγαμε για σένα και για μένα
λόγια πολλά και κλαίγαμε, Ελλάδα μου, για σένα!
Μύριες περάσαμε βραδιές φτάσαμε ως τ’ αστέρια
κι οι εποχές σαν αρετές αδράχτια μας και χτένια…
και άσχετα αν κάποιος δηλώνει ότι αγαπά την πατρίδα του χαρακτηρίζεται περίεργα, θα αναφέρω, όπως και παλιότερα: Στις στρωματοποιημένες πολιτείες του κόσμου απ’ τις ληστρικές επιδρομές του μεγάλου κεφαλαίου, η πορεία του χρεοκοπημένου συστήματος, του οποίου με ποικιλόμορφα καμουφλάζ προσπαθούν να καλύψουν και να επιβραδύνουν τη δύση του, στην Παγκόσμια Ημερήσια Διάταξη τίθεται ακατόρθωτο και αφύσικο. Αν αυτό δε συμβεί, τότε κάποια στιγμή θα βρεθούμε όλοι μαζί…αφού θα έχουμε ζήσει στη ματαιότητα...
Γερμανία - Σεπτέμβρης 2000
(Ποιητικό αφιέρωμα για τον ξενιτεμένο ελληνισμό της πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς και σε εκείνους που επέλεξαν το ν ό σ τ ι μ ο ν ? μ α ρ).
ν ό σ τ ι μ ο ν ? μ α ρ
Ο επαναπατριζόμενος
01
Τι ήθελα στο λυκόφως μιας χαλεπής εποχής
μαζί με τα σκιρτήματα στα βάθια της ψυχής,
καθώς τ’ αναλογίστηκα στο τέλος της ημέρας
το μακρινό μου παρελθόν γινότανε σαν κέρας.
02
Κι όλα μου τα προστάτευε, τίποτα να μη χάσω
που έζησα στην ξένη γη μέχρι να ξαποστάσω,
κοντά με τ’ άσπρα μου μαλλιά, γιομάτος αναμνήσεις
φωνή άκουγα μέσα μου, «στον τόπο σου να ζήσεις».
03
Στην αλλαγή μου ζήτησα, εσέ να συναντήσω
το πονεμένο μου κορμί κάπως να αναστήσω
και όλους μου τους παλιόφιλους, γειτόνους, συγγενείς,
τόπος που θα είχε εραστές, πολίτες ακραιφνείς.
04
Μα να, άλλα συνάντησα, σύγχρονα και μοντέρνα
το γείτονα δεν άκουσα να λέει ένα, πέρνα,
έναν καφέ να πίναμε και λίγη κουβεντούλα
τα νέα μας ν’ αλλάζαμε θα ’λάφρυν’ η καρδούλα.
05
Του συγγενή μου ένιωθα το καρφωτό του μάτι
να μπήγεται στη σάρκα μου κι είναι όλος ινάτι.
Και όλο συλλογίζομαι μην κάνω κάποιο λάθος.
Μπα! Κι από πού; Τι του ’κανα και μου μιλά με πάθος;
06
Κι αυτός ο γείτονας ωχρός, μοιάζει αφηρημένος
στην καλημέρα του θεού φαίνεται μουτρωμένος
κι ο γείτονας μου ο γερμανός, φτάνει σαν αστραπή
σαν φάντασμα στις σκέψεις μου, χωρίς καμιά ντροπή.
07
Μέσα μου έχει χαραχτεί, στης μνήμης μου τα βάθια
με μια ματιά που σ’ έριχνε σε τύλιγε μ’ αγκάθια,
αλλά και ο άλλος, από δω, καλλίτερος δεν μοιάζει
κάθε φορά που του μιλώ, γερμαναρά με κράζει.
08
Ουφ! Τι δυσκολίες είν’ αυτές που μ’ έτυχε να ζήσω!
Στον τόπο που γεννήθηκα πώς θα ορθοποδήσω;
Ματιές περίεργες, πολλές, ψάχνουν την ύπαρξή μου
σαν τι γυρεύουν για να βρουν απ’ την επιστροφή μου;
09
Τηρώ στους άδειους ώμους μου μη δω κάποιο αστέρι
ίσως ένα παράσημο, τάχα μου, ποιος να ξέρει;
Και συλλογιέμαι, ψάχνομαι, τι να παρουσιάσω
της ξενιτιάς οδύσσειες πώς να εκστασιάσω;
. . .
«Σύγχρονοι» έλληνες μετανάστες!
10
Μ’ αυτά που έχω να τους πω θα τους δυσαρεστήσω
καλά δεν έχει η ξενιτιά να τους ευχαριστήσω!
Το μόνο τους καζάντημα είναι μια ιστορία
που ξεδιπλώνεται αργά των άλλων αμαρτία.
11
Ο νέος που απελπίζεται ετούτο τον καιρό
την ξενιτιά ονειρεύεται σαν τόπο καρπερό,
έτσι ακούγεται εδώ κι απ’ τους κομματικούς
μια προκοπή τους καρτεράει σε τόπους μακρινούς.
12
Σύγχρονα σκλαβοπάζαρα γίναν οι ξένοι τόποι
κι οι φάμπρικες αλλάξανε μένουν μόνο οι κόποι
πληθωρισμός ανθρώπινος Σοδόμων και Γομόρρων
και οι συμβάσεις γίνονται με των σκληρών των όρων.
13
Παλιά δεν παίρνανε παιδιά εφοπλιστών, εμπόρων,
παιδιά παπάδων, βουλευτών, γραφιάδων και πρακτόρων
παίρναν παιδιά των εργατών, άνεργων κι αγραμμάτων
καθώς όλα τα όριζε, η Τάξη των Πραγμάτων.
14
Σήμερα επιλέγουνε, τις κεφαλές μας παίρνουν
τους νέους επιστήμονες μας κλέβουν και μας σπέρνουν,
στην κοινωνία …σύγχρονα αποδομούν τα ήθη
εθίματα κι οράματα τα σύρανε στη λήθη.
15
Έχετε νέοι κατά νου τη χαλεπή εποχή
στις πλάτες φορτωθήκατε έξοδο και αντοχή
στην ξενιτιά σας καρτερούν άγνωστες ιστορίες
και από δω και από κει γιομάτες αμαρτίες.
16
Με τον καιρό που θα ’χετε ζήσει σε ξένη χώρα,
στα στήθη σας θα καρφωθούν παράσημα για δώρα.
Το ένα θα ’ναι της καρδιάς με αδύναμους ρυθμούς
που θα σου λέει ασίγαστα για πόνους, καημούς.
17
Το άλλο θα είναι της τιμής που θα ’χεις πουληθεί,
το τρίτο της περηφάνιας που θα έχει πια χαθεί,
το άλλο πάνω στο πέτο σου θα δείχνει μαρασμό
και η λεβέντισσα ψυχή θα ζει μες στον καημό.
18
Κι άλλα παράσημα πολλά θα έχεις αποκτήσει
αυτό της εγκατάλειψης και αυτό του ξεχασμού
το άλλο των ονείρων σου που έχει πλέον σβήσει
κι ένα μεγάλο πιο τρανό σου χάρισε η δύση,
19
του μαύρου χάρου π’ άφησε σημάδια τρανταχτά
χαθήκανε με παράπονα δικά σου φυλαχτά
και φτάσανε στην ξένη γη, μαντάτα που λυγήσαν,
το πουλημένο σου κορμί με πόνους γονατίσαν.
20
Έτσι κι εμείς γινήκαμε στις ξένες βετεράνοι
έτσι κι εσείς θα ζήσετε στης ξενιτιάς την πλάνη,
πιο βετεράνοι από μας με μια σφραγίδα ξένος
των τόπων σου ταυτότητα, πάντα στιγματισμένος.
21
Κι όπως εμείς, έτσι κι εσείς, κάποια στιγμή σκεφθείτε
αν στα δεφτέρια ψάξετε μπορέσετε και δείτε,
εκεί όλοι πεθάνανε, δεν έμεινε μια ρίζα
είτε εδώ είτε εκεί όλα πια είναι γκρίζα.
22
Ίσως και αναρωτηθείς πατρίδα σου ποια είναι;
Πού θα βρεις μέρος να λιαστείς, κανείς δεν λέει, μείνε
να φύγεις θες, να κάτσεις θες, κανένας δεν σε δένει
κι ο πόνος σου αγιάτρευτος για πάντα θα σε δέρνει.
23
Πατρίδα είναι η γη όπου πατείς και όπου βρεθείς
εκεί γυρνάει και ο τροχός κι εκεί θα σταυρωθείς,
καρφιά θα ’ναι οι πόνοι σου, παντού θα σε τρυπήσουν
μες στα θολά περάσματα θα ’ρθουν να σε κοιμίσουν.
24
Πόσες γυναίκες, αδελφές, παιδάκια και μανούλες
δεν κλάψανε τους χωρισμούς, παππούδες και γριούλες!
Πόσα παιδιά δεν χάσαμε μακριά στα ξένα μέρη,
φαρμάκια πο’ χεις ξενιτιά, κανένας δεν τα ξέρει!
25
Σταμάτα νέε να χαρείς πριχού να είναι αργά,
διώξε απ’ το νου σου όνειρα και σκέψου ενεργά
τσαπιά πάρτε στα χέρια σας, η γη σας περιμένει
κάλιο να ζει νοικοκυρά παρά ταπεινωμένη.
26
Δεθείτε με τον τόπο σας, βάλτε βαθιά τις ρίζες
τραγιά, γίδια και πρόβατα, μαζί διώξτε τις γκρίζες,
μέρες πικρές, δυσοίωνες που ερημιές μας φέρνουν
και τον ανθό της χώρας μας με πονηριές μας παίρνουν.
27
Με τον καιρό και ο τόπος μας και πάλι θα ανθίσει
απ’ το δικό σας σκάλισμα η γη μας θα καρπίσει.
Ευχή σου δίνω, νέε μου, στα ξένα μην κοπιάσεις
ποτέ ένα διαβατήριο στα χέρια σου μην πιάσεις.
. . .
Μεταξύ σφύρας και άκμονος
28
Μπερδέματα στη μνήμη μου, εξήγηση ζητούνε,
σαν τι απάντηση να βρω γι’ αυτούς που μόνο ζούνε,
μια από δω ο γείτονας σαν κάστανο κλεισμένος
κι ο άλλος από το βορρά φυσά σαν λυσσασμένος,
29
τον ξένο να περιφρονούν μες στους δικούς τους τόπους
και στην πατρίδα σαν γυρνά με βάσανα και κόπους
την κακεχέντρια πάνω του κολλούνε και χλευάζουν
και από δω και από κει πονούν κι αναστενάζουν.
30
Μέταλλο είν’ οι άνθρωποι που ζουν σε ξένες χώρες
γιομάτες από όνειρα κι από μυριάδες μπόρες
η σφύρα τους σφυρηλατεί μερόνυχτα στις πλάτες
κι ο άκμονας μορφοποιεί αδιάκοπα τις στράτες.
31
Η μόνη τους παρηγοριά, κουράγιο και αντοχή
που θα τους φέρει μια αυγή σ’ απέραντα λιμάνια
σε κάποιου τρένου σφύριγμα, θα φτάνει σαν ευχή
ταξίδια που θα ρίχνουνε τα δάκρυα σαν βροχή,
32
είναι αυτή η πανάκριβη, γλυκιά επιστροφή
τη μάνα, τον πατέρα τους, παιδιά και αδελφοί
να θυμηθούν τις κάμαρες αυλές και περιβόλια
τους φίλους τους της γειτονιάς που παίζανε τα βόλια.
33
Η φαντασία κάλπαζε προς τα παλιά μου μέρη
και στο δασάκι βρέθηκα σ’ ένα παλιό λημέρι
τη γειτονιά αγνάντευα, το σπίτι μου, την πόλη
μάνα, πατέρας, συγγενείς εκεί ήτανε όλοι.
34
Στης γειτονιάς μου γύρναγα στα όμορφα σοκάκια
και τον παππού μου άκουγα να λέει τραγουδάκια,
τους γείτονες αναζητώ, την Πέπη, τον Αλέκο
τον γαλατά που φόραγε παντοτινά γιλέκο.
35
Μες στα δρομάκια τριγυρνώ σε γνώριμα σπιτάκια,
στα παραθύρια θε να δω μιας κόρης τα χεράκια
που θα τ’ απλώνει γελαστή, με ακράτητη χαρά
προσμένοντας το μορφονιό που άπειρα λαχταρά.
36
Τι ευλογία! Τι χαρά! Τι τρανή ευχή είν’ αυτή!
Όταν δεις την ευτυχία σε μιας κόρης τη μορφή!
Στο κατώφλι καρτεράει τον καλό της π’ αγαπά
και στα στήθια της με ζάλη η καρδούλα της χτυπά.
37
Κι όλο τα μάτια μου γυρνούν και το μυαλό μου τρέχει,
μα το κορμί κουράστηκε κι άλλο πια δεν αντέχει,
καθώς κοιτούσα έβλεπα σπίτια ψηλά, παλάτια
μα παραθύρια σφαλιστά, μου καίγανε τα μάτια.
38
Τι ήθελα ο άμοιρος! Τι ψάχνω, τι γυρεύω!
Τα καλντερίμια τα παλιά κοιτάζω κι αγριεύω.
Διαβάτη βήμα, μια φωνή, κάπου να αντηχήσει
κάποιος αυτής της γειτονιάς μια πόρτα να χτυπήσει.
39
Μακάβριες μου φάνηκαν στιγμές κι αργοπορούσαν
να φύγουν απ’ τις σκέψεις μου όπου με τυραννούσαν
η γειτονιά μου άλλαξε κι έχει πλέον χαλάσει
της αρχοντιάς τις ομορφιές τις έχουνε ξεχάσει.
40
Στις ασύνορες αυλές μας με τραγούδια καμωμένα
με μεράκια και φαρμάκια που ερχόταν μαζεμένα
μέσα από τον ξεδοντιάρη, τον παππού, όλο καμάρι
πώς τους πόνους ξεγελούσε, δεν το έπαιρνες χαμπάρι.
41
Τι γλυκές περνούσαν νύχτες και τη φτώχεια γιορτινά
την εντύναν, τη χορεύαν και γλεντούσαν ταπεινά!
Κοκκινέλι και τσιπράκι με χορό και τραγουδάκι
κι ο χάρος αν περνούσε θα τον κέρναγαν κρασάκι.
42
Πως τη φτώχεια τραγουδούσαν και χορεύανε μαζί
και οι μπαλαμοί γειτόνοι να κοιτάζουν σαν χαζοί
όπου τα σκληρά της δόντια τα τροχούσε ταχτικά
τα κορμιά τους τα τρυπούσε με χαρά, σαδιστικά.
43
Φτώχεια άκαρδη κακούργα, τους χτυπάς, τους τυραννάς,
ξενικούς δρόμους τους δείχνεις, δεν λυπάσαι, δεν πονάς
στις καρδιές τους έχεις μπήξει με μανία τα καρφιά
και σαν δήμιος τους δείχνεις τα ολέθρια σου χαρτιά.
44
Μες στη ζωή τα πιο καλά τα έκανες μαντάρα
σαν σκλάβα μες στις ζήλιες σου σέρνεσαι σαν κατάρα,
κάποτε θα ’ρθει ο καιρός, εκδίκηση θα πάρουν
και όλα σου τα άσχημα δεν πρόκειται να άρουν.
. . .
Γερμανία (1970-2006)
45
Δεκαετίες πέρασαν βαριές στη Γερμανία
στις φάμπρικες της ξενιτιάς, σ’ άγνωστη κοινωνία
οι μετανάστες έλληνες γράψανε ιστορία
θυμίζοντας στους γερμανούς, της χώρας τους πορεία.
46
Τις σκόνες της γευτήκανε, τον μολυσμένο αέρα
κι οι πνεύμονές τους φύσαγαν, λες κι ήτανε φλογέρα
άλλοι στα εργοστάσια και άλλοι στης γης τα βάθη
κι οι γερμανοί νοιαστήκανε για τα δικά τους πάθη,
47
που κύματα πλημμύρησαν στη χώρα τους πλατιά
τους έκανε και ανοίξανε τα μάτια και τ’ αυτιά
δουλειές που ήτανε βαριές τις φόρτωσαν στους ξένους,
βαλκάνιους στο σύνολο, φτωχούς, δυστυχισμένους.
48
Βαριές, διάφορες δουλειές τους δώσανε να κάνουν
και τα συμβόλαια ένιωθαν σαν έγγραφα θανάτου.
Δύσκολες ώρες στη δουλειά κι οι σκέψεις τους, δε φτάνουν,
το χρόνο θάρρευαν βαρύ κι αργό το πέρασμά του.
49
Έτσι περάσανε πολλά χρόνια στην ξένη χώρα
του μετανάστη το κορμί δεν έβλεπε την ώρα
στον τόπο που τον γέννησε κοντά του να γυρίσει
κι ό, τι φαρμάκια έχει πιει όλα να λησμονήσει.
50
Και άφησε στην ξενιτιά της νιότης του τα χρόνια,
πατρίδα, μάνα, σπιτικό, φίλους και χελιδόνια.
Τώρα στον τόπο του γυρνά κι η πλάτη του πια γέρνει
το δρόμο που ονειρεύονταν για την πατρίδα παίρνει.
51
Στους ώμους τους φορτώθηκε μισοάδεια φαμελιά
στα στήθη του από καιρό μια άγρια πινελιά
γκριζόμαυρη χαράχτηκε η λέξη που ήταν, ξένος
στη στράτα του θα ένιωθε, πρόσφυγας και διωγμένος.
52
Η ξένη τον δελέασε κρατώντας τα παιδιά του
εδώ θα φτιάξουν προκοπή, εδώ και τα καλά του,
άδειος σαν σάκος ένιωθε και η καρδιά πονάει
πόνους που δίν’ η ξενιτιά κανέναν δε ρωτάει!.
53
Και να που φτάνει η στιγμή το νόστο να προκάνει
και τα πικρά και τα σκληρά στο νου του πάντα βάνει
τα χρόνια που του μένουνε στο σπίτι του να ζήσει
και την πατρίδα τη γλυκιά τρέχει να συναντήσει.
. . .
Ε λ λ ά δ α
54
Πώς ταίριασε! Πώς βρέθηκε στη σφύρα και στ’ αμόνι!
Η μια πατρίδα του ’λεγε: «Εδώ πια δε νυχτώνει
τα πράγματα στον τόπο σου, έχουνε πια αλλάξει,
σύγχρονος είν’ ο κόσμος μας και ζει στη Νέα Τάξη».
55
Κι η άλλη τον αναζητά κρατώντας το τιμόνι.
«Έλα»…, τον κράζει από μακριά…, «κι η νύχτα μας σιμώνει,
παρ’ το τιμόνι που άφησες, μας πέταξε στους βράχους
ερήμωσαν οι κάμποι μας κι οι άνθρωποί μας μ’ άγχους.
56
Θεριά πολλά ξεπούλησαν τα πιο καλά προικιά μου,
των πονηρών τα κόμματα τα πιο ακριβά αγαθά μου
και όλους μας δεσμεύσανε, στου κόσμου τα θηρία
όλοι αυτοί που δίδαξα, θεσμούς κι ελευθερία.
57
Το μόνο που μ’ απόμεινε σ’ αυτή τη δυστυχία,
που θα μας δέσουν με δεσμά τη λίγη ευτυχία,
είναι τα νέα μου παιδιά που τα ’χουν ξεσηκώσει
στους δρόμους για την ξενιτιά, χρυσάφια έχουν στρώσει.
58
Όχου! Πως επαναλαμβάνεται πικρά μια ιστορία!
Πως με ταπείνωσαν παλιά, εκείνα τα θηρία!
Παιδιά δικά μου ήτανε, χάσαν τα συγκαλά τους
οι ξενικοί αέρηδες τους πήραν τα μυαλά τους.
59
Κι έφυγαν προς το άγνωστο και ψεύτικα γελούσαν
τους πόνους τ’ αποχωρισμού έντονα πια τους ζούσαν.
Τα χαμογέλια τους κρυφά σμίγονται μες στο κλάμα
μέσα στα στήθια τους βαθιά δυνάμωνε το κάμα.
60
Η ερημιά ξαπλώθηκε, πουλιά πια δεν λαλούσαν
μάνες που ’μειναν μόνες τους τα σπλάχνα τους θρηνούσαν
άδειασαν όλα τα χωριά κι ο κάμπος μένει μόνος,
τι να θυμάμ’ η δύστυχη! Τόσο μεγάλος πόνος!
61
Τα νιάτα μου τα πήρανε, μείνανε μόνοι οι γέροι,
και τα σκυλιά ολομόναχα τους γέρους κάναν ταίρι,
άλαλα όλα τα πουλιά, κράζανε τα κοράκια
η ερημιά κι η μοναξιά μας πότιζε φαρμάκια.
62
Ήταν αβάσταχτο κακό και κόντεψα να σβήσω
στιγμή δεν πέρασε ποτέ, στάλα να λησμονήσω,
με εφιάλτες πάλευα να απελευθερωθώ
και με εφιάλτες ζωντανούς τώρα θα στοιχειωθώ.
63
Αλλά και τούτη τη φορά πάλι θα το αντέξω
το άθλιο παιχνίδι τους ποτέ δε θα το παίξω
φτάνει ετούτη η φουρνιά να έχει στο μυαλό της
τη μάνα που τον γέννησε, αν θέλει το καλό της».
. . .
64
Τι να πεις γι’ αυτή τη Χώρα που την φτιάξανε θεοί
και της δώσαν δάφνες, δόξα και περίσσια αρετή
τους ονάγρους να μερεύει κι όλα τ’ άγρια θεριά
και στον κόσμο να ορίζει τη δική της τη μεριά.
65
Αχ! Τι βάσανα σου δώσαν τα δικά σου τα παιδιά!
Κι οι δολιόφθονοι οι ξένοι, σου την κάναν τη λαδιά
τα ψαλίδια τους οι κούροι τα τροχίζουν συνεχώς
και στην επικράτειά σου, όλοι κλαίνε δυστυχώς.
66
Με ρητορικές ατάκες μας ζαλίζουνε το νου
να μην έχεις τι να κάνεις και να τρέχεις κατά πού
δανεικά να ζητιανέψεις, να πλερώσεις που χρωστάς
και τις νύχτες οργισμένος με τις σκέψεις ξενυχτάς.
67
Κι εσύ, εγώ κι οι άλλοι και οι δώθε και οι πέρα,
τις αντάρες, τ’ αγέρια, τους χειμώνες και την ξέρα,
μας τα φόρτωσαν στους ώμους και μας τάισαν τροφή
σαν αμνούς μας οδηγούνε, σ’ όλεθρο, καταστροφή.
. . .
ε π ί λ ο γ ο ς
68
Τι σου είναι τέλος πάντων αυτό το ιντερνέτ
ένας θησαυρός της ύλης και ακούς για Πινοσέτ!
Τι μπαμπάλισμα και τούτο να το λεν κομματικοί
τη Χιλή να αναφέρουν που δεν είδε προκοπή.
69
Κι όλα βγαίνουνε στη φόρα! Τι σαπίλα! Τι ντροπή!
Κι ο κοσμάκης έχει πάρει μια περίεργη τροπή
κι αν θελήσεις να κοιτάξεις των ανθρώπων τη ματιά
θε να δεις του τρόμου φρίκη κι άπειρη μπαγαποντιά.
70
Πού να πεις το ανάθεμά σου σ’ έναν τόπο φτωχικό
επιβήτορες ως γύπες βρήκαν χώρο βολικό
αλωνίσαν, φάγαν, ήπιαν μας αφήσαν κουτσουλιές
μες στα χρέη μας βουτήξαν και μας έβαλαν θηλιές.
71
Μα τι είναι τελικά τούτος ο κυβερνοχώρος
και τρομάζουν μερικοί και τους κόβεται ο λώρος
σαν ακούνε τι τους λένε, ό, τι κάνανε και κλαίνε
μ’ εμπορικά παζάρια την πατρίδα τους να καίνε.
72
Παθιασμένα κάποιοι κράζουν και τους λεν κομμουνιστές
και σε λίγο θα τους λένε, όλους τους εθνικιστές
που πουλάνε σαν μοσχάρι την πατρίδα τη γλυκιά
και την ευρωένωσή τους κάνουν πιο τρανή νοικοκυρά.
73
Τι ευρωατλαντικά χαδάκια! Χαμογέλια ως στ’ αφτιά!
Μάζεψαν οι κυβερνώντες να ’χουνε στα γερατειά.
Ίσως να ’χουν, πού να ξέρεις, συντροφιά τον σκοπιανό
που μαυρίσανε την Ελλάδα και την κάναν ρημαδιό.
74
Βρε, τι νίλα! Οι καημένοι! Τι σαράκια που περνούν!
Πώς μπορούν μέσα στο ψέμα σαν αγάδες πια να ζουν,
και με νόμους που σερβίρουν φασιστοαυταρχικούς
το λαό τον αρμεγμένο στα λασπόνερα οδηγούν.
75
Ως και οι σκουπιδοκάδοι μείνανε από μαγιά,
αδειανοί μένουνε όλοι σαν τις τσέπες του ραγιά,
άμοιροι ρακοσυλλέκτες μένουνε χωρίς φαΐ
φτάνει, έλληνα πολίτη, να ’σαι θύμα εσαεί.
. . .
Ε λ λ ά ς
76
Κι αν σκούξεις κι αγριέψεις και στο άδικο θεριέψεις
τον κοσμάκη φοβερίζεις κι όλους πας να τους ψαρέψεις,
έτσι θα σου πουν μια μέρα και θα πας στη φυλακή
όπου κάνεις προπαγάνδα άκρως τρομοκρατική.
77
Βρίσε την κακιά σου μοίρα, ρίξε δάκρυα θολά
τις φωτιές τις έχεις φάει και τα θύματα πολλά
τι σου μένει τώρα, δόλιε, η ζωή έχει κοπεί
πώς τη δύναμη θ’ αντλήσεις για να κάνεις προκοπή;
78
Φάε σκόνες, λασπονέρια, κλάψε τα όσο μπορείς
για τη μάνα σου, για σένα κι ό, τι άχρηστο θαρρείς
δες οικόπεδα και σπίτια, όλα πια ξεπουλημένα,
δύστυχε κι ακαμάτη όλα είναι από σένα.
79
Σκούξε, τώρα γηγενή, ν’ ακουστείς στην οικουμένη
την Ελλάδα μ’ ατιμία έχεις τώρα πουλημένη
της πατρίδας μας προικιά τα σπουδαία και ωραία
στους αγρίους του βορρά τα ξεπούλησες λαθραία…
. . .
«Αχ Ελλάδα, Ελλαδούλα, τριανταφυλλιά μ’ και ρούσα,
πέρδικα μ’ θεών μανούλα, σ’ αδειάσανε απ’ ούλα
και σ’ αρμέγουνε τα στήθη και σου στύβουν την καρδιά
σε πουλάνε μύθους κι ήθη και σου πνίγουν τη λαλιά.
Τη φωνή σου δεν ακούω, μήτε νιώθω τους παλμούς
κι ούλα τα κουδούνια κρούω, για να διώξω τους εχθρούς»
Βάιος Φασούλας
Σεπτέμβρης 20 –Οκτώβρης 12 του 2018

Πηγή
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου